Meaning of κόλπος | Babel Free
/ˈkol.pos/Ορισμοί
- εγκεφαλικό, αποπληξία, συμφόρηση
- ο Περσικός Κόλπος ή Αραβικός Κόλπος
- σχηματισμός της ακτογραμμής, η κοιλότητα που η θάλασσα εισδύει στην ξηρά
- ταραχή από μεγάλη έκπληξη, ξάφνιασμα
- η αγκαλιά, ο κόρφος, το μέρος του σώματος ανάμεσα στους βραχίονες και το στήθος
-
: το εσωτερικό ενός οργανισμού, μιας ομάδας, το άμεσο περιβάλλον figuratively, plural
- εσωτερική κοιλότητα του σώματος, κυρίως, της καρδιάς
- η κοιλότητα των γυναικείων γεννητικών οργάνων, μεταξύ της μήτρας και του αιδοίου
Παραδείγματα
“Η Θεσσαλονίκη είναι χτισμένη στο μυχό του Θερμαϊκού κόλπου.”
“Κατηγορία:Κόλποι της Ελλάδας (νέα ελληνικά) στο Βικιλεξικό”
“Η οικογένεια τον ξαναδέχτηκε στους κόλπους της.”
“※ Οι τάσεις εκμοντερνισμού και ευθυγράμμισης με την ευρωπαϊκή παιδεία της εποχής, που αναπτύσσονται στους κόλπους του φαναριωτισμού, δεν αισθάνονται να εκφράζονται πια μέσα από τη μονοκρατορία της κατεξοχήν έμμετρης μεταβυζαντινής γραμματολογίας μας, καθώς και μέσα από τις μορφολογικές επιβιώσεις που κυριαρχούν εν πολλοίς στο σύνολο ποιητικό έργο της εποχής αλλά και στα επιτεύγματα της κρητικής αναγέννησης.”
“αριστερός κόλπος της καρδιάς”
“Του ήρθε κόλπος όταν άκουσε τα νέα.”
“ο πόλεμος του Κόλπου του 1990-91 (Πόλεμος του Κόλπου στη Βικιπαίδεια )”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.