HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of άβυσσος | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/ˈa.vi.sos/

Ορισμοί

  1. το μεγάλο ωκεάνιο βάθος και, ειδικότερα, εκείνο μέχρι του οποίου δεν φθάνει το ηλιακό φως
  2. το χάος, ο οποιοσδήποτε -τεραστίου μεγέθους- ανεξερεύνητος χώρος
    figuratively
  3. η μεγάλη ποσότητα ή μεγάλη διαφορά
    figuratively
  4. το πιο βαθύ σημείο της ψυχής, της καρδιάς
    figuratively

Ισοδύναμα

English Abyss

Παραδείγματα

“(γενικότερα) μεγάλο και απότομο βάθος σε υδάτινη (λίμνη, ποτάμι) ή γήινη επιφάνεια (φαράγγι, γκρεμός, βάραθρο κ.ο.κ.)”
“η άβυσσος του σύμπαντος”
“τρώει την άβυσσο”
“με αυτόν, μας χωρίζει άβυσσος”
“άβυσσος η ψυχή των ανθρώπων”
“※ Καρδιά κοιτά να κοπείς ξανά στα δυο Βαθειά σε άβυσσο σιωπής ναυαγώ Γιατί σβήνουν όλα εκεί που δεν με πας Γιατί δεν σου ‘μαθε κανείς ν’ αγαπάς.”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See άβυσσος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course