Meaning of άβυσσος | Babel Free
/ˈa.vi.sos/Ορισμοί
- το μεγάλο ωκεάνιο βάθος και, ειδικότερα, εκείνο μέχρι του οποίου δεν φθάνει το ηλιακό φως
-
το χάος, ο οποιοσδήποτε -τεραστίου μεγέθους- ανεξερεύνητος χώρος figuratively
-
η μεγάλη ποσότητα ή μεγάλη διαφορά figuratively
-
το πιο βαθύ σημείο της ψυχής, της καρδιάς figuratively
Ισοδύναμα
English
Abyss
Παραδείγματα
“(γενικότερα) μεγάλο και απότομο βάθος σε υδάτινη (λίμνη, ποτάμι) ή γήινη επιφάνεια (φαράγγι, γκρεμός, βάραθρο κ.ο.κ.)”
“η άβυσσος του σύμπαντος”
“τρώει την άβυσσο”
“με αυτόν, μας χωρίζει άβυσσος”
“άβυσσος η ψυχή των ανθρώπων”
“※ Καρδιά κοιτά να κοπείς ξανά στα δυο Βαθειά σε άβυσσο σιωπής ναυαγώ Γιατί σβήνουν όλα εκεί που δεν με πας Γιατί δεν σου ‘μαθε κανείς ν’ αγαπάς.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.