Meaning of αγά | Babel Free
/ˈa.ɣa/Ορισμοί
- ανδρικό όνομα
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
-
κωμόπολη της Φθιώτιδας, πρώην ονομασία της Σπερχειάδας dated
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αγάς accusative, genitive, singular, vocative
-
γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Άγας rare
- γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Αγάς)
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.