Meaning of διαγράφω | Babel Free
/ði̯aˈɣɾa.fo/Ορισμοί
- σβήνω ένα τμήμα κειμένου είτε τελείως είτε χαράζοντας πάνω του μια οριζόντια γραμμή, ένα Χ ή άλλο σύμβολο
- στερώ από κάποιον την ιδιότητα του μέλους (μιας ένωσης, κόμματος, κοινοβουλευτικής ομάδας κ.λπ.)
- θεωρώ οριστικά χαμένο κάτι και παύω να το διεκδικώ ή να με ενδιαφέρει από άποψη συναισθηματική, οικονομική ή άλλη
- σχηματίζω μια νοητή γραμμή (τροχιά) καθώς κινούμαι
- παρουσιάζω τις βασικές γραμμές ενός σχεδίου
- δείτε και το παθητικό διαγράφομαι
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.