Meaning of μαυρίζω | Babel Free
/maˈvrizo/Ορισμοί
-
χρωματίζω κάτι, το βάφω μαύρο transitive
-
παίρνω μαύρο χρώμα intransitive
-
η επιδερμίδα μου παίρνει σκούρο χρώμα μετά από κάποια παρουσία στις ακτίνες του ήλιου figuratively, intransitive
-
καταψηφίζω (σε εκλογές για εκλογή ατόμων) familiar
Παραδείγματα
“※ Φουσκώσαμε καὶ μαυρίσαμε ποῦ δὲ γνώριζε ἕνας τὸν ἄλλο! Τά μαλλιά μας, τά μουστάκια, τά γένεια σκλήρυναν σάν ἀγκάθια. Τά μάτια χωμένα στά πυκνά ματόφρυδα, ἔχασκαν ἄσπρα σάν σαλιγκάρια. Ὅσο γιά τό μπάρκο, τό μισό ἀπόμενε. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Η δικαιοσύνη της θάλασσας, από το βιβλίο Λόγια τῆς πλώρης, 1924)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.