HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του μαυρίζω | Babel Free

Ρήμα CEFR B1
maˈvrizo

Ορισμοί

  1. χρωματίζω κάτι, το βάφω μαύρο
    transitive
  2. παίρνω μαύρο χρώμα
    intransitive
  3. η επιδερμίδα μου παίρνει σκούρο χρώμα μετά από κάποια παρουσία στις ακτίνες του ήλιου
    figuratively, intransitive
  4. καταψηφίζω (σε εκλογές για εκλογή ατόμων)
    familiar

Conjugation

Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of μαυρίζω.

Full conjugation → Practice this verb →

Ισοδύναμα

Gàidhlig dubh às
Bahasa Indonesia menghitamkan
Kurdî tan
Nederlands flauwvallen looien tanen verduisteren
Svenska svärta svartna
Türkçe kararmak tabaklamak
Tiếng Việt phơi nắng thuộc

Παραδείγματα

“※ Φουσκώσαμε καὶ μαυρίσαμε ποῦ δὲ γνώριζε ἕνας τὸν ἄλλο! Τά μαλλιά μας, τά μουστάκια, τά γένεια σκλήρυναν σάν ἀγκάθια. Τά μάτια χωμένα στά πυκνά ματόφρυδα, ἔχασκαν ἄσπρα σάν σαλιγκάρια. Ὅσο γιά τό μπάρκο, τό μισό ἀπόμενε. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Η δικαιοσύνη της θάλασσας, από το βιβλίο Λόγια τῆς πλώρης, 1924)”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη μαυρίζω σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free