HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← μαυρίζω — definition

Conjugation of μαυρίζω

Regular CEFR B1
maˈvrizo

η επιδερμίδα μου παίρνει σκούρο χρώμα μετά από κάποια παρουσία στις ακτίνες του ήλιου Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μαυρίζω
εσύ μαυρίζεις
αυτός / αυτή / αυτό μαυρίζει
εμείς μαυρίζουμε
εσείς μαυρίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά μαυρίζουν
Παρατατικός
εγώ μαύριζα
εσύ μαύριζες
αυτός / αυτή / αυτό μαύριζε
εμείς μαυρίζαμε
εσείς μαυρίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά μαύριζαν
Αόριστος
εγώ μαύρισα
εσύ μαύρισες
αυτός / αυτή / αυτό μαύρισε
εμείς μαυρίσαμε
εσείς μαυρίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά μαύρισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μαυρίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μαυρίσω
εσύ μαυρίσεις
αυτός / αυτή / αυτό μαυρίσει
εμείς μαυρίσουμε
εσείς μαυρίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά μαυρίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ μαύριζε
εσείς μαυρίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μαύρισε
εσείς μαυρίστε
Απαρέμφατο αορίστου
μαυρίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μαυρίζομαι
εσύ μαυρίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό μαυρίζεται
εμείς μαυριζόμαστε
εσείς μαυρίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά μαυρίζονται
Παρατατικός
εγώ μαυριζόμουν
εσύ μαυριζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό μαυριζόταν
εμείς μαυριζόμασταν
εσείς μαυριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά μαυρίζονταν
Αόριστος
εγώ μαυρίστηκα
εσύ μαυρίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό μαυρίστηκε
εμείς μαυριστήκαμε
εσείς μαυριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά μαυρίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μαυριστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μαυριστώ
εσύ μαυριστείς
αυτός / αυτή / αυτό μαυριστεί
εμείς μαυριστούμε
εσείς μαυριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά μαυριστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς μαυρίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μαυρίσου
εσείς μαυριστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
μαυριστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary