Σημασία του ψήνω | Babel Free
ˈpsi.noΟρισμοί
- επεξεργάζομαι κάτι εκθέτοντάς το στη φωτιά
- παρασκευάζω φαγητό ή ποτό βάζοντάς το στη φωτιά απευθείας ή σε κάποιο σκεύος
- για φαγητό που ετοιμάζεται στο φούρνο ή στα κάρβουνα
- το σκληρύνω, βυθίζοντάς το σε κρύο νερό αμέσως μετά την έξοδό του από τον φούρνο, ώστε να σκληρυνθεί και να γίνει ταυτόχρονα ελαστικό
-
με ζεσταίνει υπερβολικά κάτι figuratively
-
έχω υπερβολικά μεγάλη θερμοκρασία σώματος broadly
-
βασανίζω, τυραννώ, ταλαιπωρώ, κυρίως με έκθεση σε μεγάλες θερμοκρασίες figuratively
-
πείθω κάποιον επιδέξια να κάνει αυτό που θέλω figuratively
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of ψήνω.
Ισοδύναμα
English
Bake
bake
Barbecue
broil
do
grill
make
prepare
roast
steam
stew
to boil
to cook
to make
to roast
Español
tostar
Suomi
hauduttaa
hautua
höyrykypsentää
höyrytä
höyrytellä
höyryttää
höyryttyä
kiehua
muhia
muhittaa
paistua
pariloida
prepata
sonnustaa
valmistaa
Gàidhlig
bruich
עברית
אידה
हिन्दी
प्रबंध करना
Italiano
arrostire
Latina
asso
Русский
жарить
ไทย
ย่าง
Παραδείγματα
“Το φαγητό ψήνεται στους 200 βαθμούς για δύο ώρες.”
“※ Οι άνθρωποι -αν και ικανοποιημένοι από την εκτέλεση του δολοφόνου του κυβερνήτη- δεν αποφάσιζαν να κλειστούν στα σπίτια τους. Οι έμποροι είχαν σφαλίσει τα μαγαζιά τους, οι ψαράδες γυρόφερναν ξέμπαρκοι στη στεριά, οι φουρναραίοι δεν έψηναν ψωμί, οι τσοπάνηδες δεν πουλούσαν ζώα, κρέας δεν έβρισκες στην αγορά, θαρρείς και κάτι ετοιμαζόταν. Κανείς δε μιλούσε. Όλοι περιδιάβαιναν σκυθρωποί (Λεία Βιτάλη, Η οργή των μικρών ανθρώπων, εκδ. Πατάκης, 2025)”
“ψήνομαι στον πυρετό”
“Οι οικοδόμοι ψήνονται κάτω από τον καυτό ήλιο.”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free