Meaning of ψήνω | Babel Free
/ˈpsi.no/Ορισμοί
- επεξεργάζομαι κάτι εκθέτοντάς το στη φωτιά
- παρασκευάζω φαγητό ή ποτό βάζοντάς το στη φωτιά απευθείας ή σε κάποιο σκεύος
- για φαγητό που ετοιμάζεται στο φούρνο ή στα κάρβουνα
- το σκληρύνω, βυθίζοντάς το σε κρύο νερό αμέσως μετά την έξοδό του από τον φούρνο, ώστε να σκληρυνθεί και να γίνει ταυτόχρονα ελαστικό
-
με ζεσταίνει υπερβολικά κάτι figuratively
-
έχω υπερβολικά μεγάλη θερμοκρασία σώματος broadly
-
βασανίζω, τυραννώ, ταλαιπωρώ, κυρίως με έκθεση σε μεγάλες θερμοκρασίες figuratively
-
πείθω κάποιον επιδέξια να κάνει αυτό που θέλω figuratively
Παραδείγματα
“Το φαγητό ψήνεται στους 200 βαθμούς για δύο ώρες.”
“※ Οι άνθρωποι -αν και ικανοποιημένοι από την εκτέλεση του δολοφόνου του κυβερνήτη- δεν αποφάσιζαν να κλειστούν στα σπίτια τους. Οι έμποροι είχαν σφαλίσει τα μαγαζιά τους, οι ψαράδες γυρόφερναν ξέμπαρκοι στη στεριά, οι φουρναραίοι δεν έψηναν ψωμί, οι τσοπάνηδες δεν πουλούσαν ζώα, κρέας δεν έβρισκες στην αγορά, θαρρείς και κάτι ετοιμαζόταν. Κανείς δε μιλούσε. Όλοι περιδιάβαιναν σκυθρωποί (Λεία Βιτάλη, Η οργή των μικρών ανθρώπων, εκδ. Πατάκης, 2025)”
“ψήνομαι στον πυρετό”
“Οι οικοδόμοι ψήνονται κάτω από τον καυτό ήλιο.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.