Meaning of πετιέμαι | Babel Free
/peˈtçe.me/Ορισμοί
- , στις σημασίες: με πετάνε
- με ρίχνουν
- με απορρίπτουν ως κάτι άχρηστο
- με σκορπάνε
- κινούμαι απότομα και ορμητικά
- παίρνω τον λόγο απότομα και συνήθως άκαιρα
- πηγαίνω κάπου, σε κοντινή συνήθως απόσταση, με σκοπό να επιστρέψω γρήγορα
- σημείωση: η σημασία «κινούμαι στον αέρα» δεν έχει παθητική φωνή
Παραδείγματα
“Μην πετιέσαι σαν πορδή!”
“Να μην πετιέσαι σαν πορδή!”
“※ Ας το μπουκάλι στην κουζίνα, και πετάξου απέναντι στην κυρα-Χρυσή να της πεις νάρθει δυο λεπτά που θέλω να της μιλήσω.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.