Meaning of ξακρίζω | Babel Free
/ksaˈkɾi.zo/Ορισμοί
- κόβω περιττές άκρες από κάτι (π.χ. σε ύφασμα, ξύλα, μαλλιά, θάμνους, στο μουστάκι, στο μούσι)
- ξακρίζω βιβλίο: κόβω το λευκό περιθώριο που περιβάλλει το κείμενο
-
περικόπτω, κόβω περιττά ή ίσως χρήσιμα figuratively
- κάνω κάτι μέχρι τα άκρα π.χ. καθαρίζω πολύ καλά, έως τις γωνίες και τα δύσκολα σημεία, σπέρνω το χωράφι απ' άκρη σε άκρη ακόμα και με ξινάρι (επειδή στα δύσκολα σημεία δεν πάει το αλέτρι)
-
παίρνω κάποιον παράμερα, τον παρασύρω ή του ζητώ να έρθει σε έναν ιδιαίτερο χώρο rare
-
ξακρίζει: εξέχει, βγαίνει από το περιθώριο impersonal, verb
Παραδείγματα
“Ξακρίζω τα ξέφτια στο ύφασμα και το κάνω ίσιο.”
“Ξακρίζω τις σανίδες.”
“→ χρειάζεται παράθεμα”
“Ξακρίζω τον χρόνο.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.