Meaning of κοιμίζω | Babel Free
Ορισμοί
- κάνω κάποιον να κοιμηθεί
-
ηρεμώ κάποιον figuratively
- αποπροσανατολίζω κάποιον, τον παραπλανώ για να μην αντιληφθεί ένα πρόβλημα
-
χορηγώ σε κάποιον αναισθητικό πριν από χειρουργική επέμβαση familiar
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Η υποκουλτούρα διοχετεύεται από την εξουσία για να κοιμίζει το λαό. (από την εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 1 Οχτώβρη 2003)”
“οι συγγενείς του αρρώστου ρωτούσαν αν οι γιατροί θα κοιμίσουν τον άνθρωπό τους για να τον χειρουργήσουν”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.