HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κοιμίζω — definition

Conjugation of κοιμίζω

Regular CEFR B1

αποπροσανατολίζω κάποιον, τον παραπλανώ για να μην αντιληφθεί ένα πρόβλημα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κοιμίζω
εσύ κοιμίζεις
αυτός / αυτή / αυτό κοιμίζει
εμείς κοιμίζουμε
εσείς κοιμίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά κοιμίζουν
Παρατατικός
εγώ κοίμιζα
εσύ κοίμιζες
αυτός / αυτή / αυτό κοίμιζε
εμείς κοιμίζαμε
εσείς κοιμίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά κοίμιζαν
Αόριστος
εγώ κοίμισα
εσύ κοίμισες
αυτός / αυτή / αυτό κοίμισε
εμείς κοιμίσαμε
εσείς κοιμίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κοίμισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κοιμίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κοιμίσω
εσύ κοιμίσεις
αυτός / αυτή / αυτό κοιμίσει
εμείς κοιμίσουμε
εσείς κοιμίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά κοιμίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κοίμιζε
εσείς κοιμίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κοίμισε
εσείς κοιμίστε
Απαρέμφατο αορίστου
κοιμίσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary