Meaning of εξαίρω | Babel Free
/eˈkse.ro/Ορισμοί
- αφαιρώ, δεν συμπεριλαμβάνω, δεν αντιμετωπίζω με τον ίδιο τρόπο κάποιον ή κάτι λόγω της διαφοράς του από τα υπόλοιπα ενός συνόλου
- προβάλλω, τονίζω ένα χαρακτηριστικό
- διαφοροποιώ και δεν ακολουθώ ένα κανόνα (όπως στη γραμματική)
- προβάλλω, τονίζω τα θετικά χαρακτηριστικά, επαινώ με θέρμη, εγκωμιάζω
- απαλλάσσω από υποχρέωση ή στερώ δικαίωμα
Ισοδύναμα
English
except
Παραδείγματα
“Στην ομιλία του εξήρε την προσωπικότητα του απερχόμενου προέδρου.”
In his speech he praised the personality of the outgoing president.
“Θα γράψετε όλοι διαγώνισμα· δε θα εξαιρέσω κανέναν.”
“εξαιρούνται από την υποχρέωση καταβολής τέλους, οι παρακάτω: …”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.