μεγεθύνω
Ορισμοί
- μεγαλώνω τις διαστάσεις μιας εικόνας με ειδικό φακό ώστε να μπορώ να δω λεπτομέρειες
- μεγαλώνω μια εικόνα ή φωτογραφία με ψηφιακά μέσα για καλλιτεχνικούς ή πρακτικούς σκοπούς
- μεγαλώνω ένα αντικείμενο κάνοντας αντίγραφό του σε μεγαλύτερες διαστάσεις
- δίνω σε ένα πρόβλημα ή σε ένα κατόρθωμα μεγαλύτερες διαστάσεις από αυτές που έχει, το μεγαλοποιώ
Ισοδύναμα
23 more languages
Bosanskipovećatipovećavatiproširitiproširivatišprengatiuvećatiповећаватиповећатипрошириватипроширитиувећатишпренгати
Deutschaufbauschenaufplusternausbauenausdehnenerweiternhochgehenhochzüngelnsprengenvergrößernzerplatzen
Hrvatskipovećatipovećavatiproširitiproširivatišprengatiuvećatiповећаватиповећатипрошириватипроширитиувећатишпренгати
Te Reo Māoriwhakanui
Polskinadmuchiwaćpodkręcaćpodkręcićpotężniećpowiększaćpowiększyćprzybliżaćprzybliżyćrozdymaćsporzyćspotężniećwysadzaćwzmacniać
Русскийвзорватьвзорватьсявзрыватьвзрыватьсянадутьраздуватьрасширятьрванутьругатьувеличиватьувеличиватьсяувеличитьукрупнять
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free