Conjugation of εξαίρω
eˈkse.roαφαιρώ, δεν συμπεριλαμβάνω, δεν αντιμετωπίζω με τον ίδιο τρόπο κάποιον ή κάτι λόγω της διαφοράς του από τα υπόλοιπα ενός συνόλου Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εξαίρω |
| εσύ | εξαίρεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξαίρει |
| εμείς | εξαίρουμε |
| εσείς | εξαίρετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξαίρουν[ε] |
Παρατατικός
| εγώ | εξήρα |
| εσύ | εξήρες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξήρε |
| εμείς | εξήραμε |
| εσείς | εξήρατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξήραν |
Αόριστος
| εγώ | εξήρα |
| εσύ | εξήρες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξήρε |
| εμείς | εξήραμε |
| εσείς | εξήρατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξήραν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εξάρω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εξάρω |
| εσύ | εξάρεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξάρει |
| εμείς | εξάρουμε |
| εσείς | εξάρετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξάρουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εξαίρετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | εξάρετε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εξάρει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εξαίρομαι |
| εσύ | εξαίρεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξαίρεται |
| εμείς | εξαιρόμαστε |
| εσείς | εξαίρεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξαίρονται |
Παρατατικός
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξαίρονταν |
Αόριστος
| εμείς | [{εξήρθημεν}] |
| εσείς | [{εξήρθητε}] |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εξαρθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εξαρθώ |
| εσύ | εξαρθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξαρθεί |
| εμείς | εξαρθούμε |
| εσείς | εξαρθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξαρθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εξαίρεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | εξαρθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εξαρθεί |