HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εξαίρω — definition

Conjugation of εξαίρω

Regular CEFR B1
eˈkse.ro

αφαιρώ, δεν συμπεριλαμβάνω, δεν αντιμετωπίζω με τον ίδιο τρόπο κάποιον ή κάτι λόγω της διαφοράς του από τα υπόλοιπα ενός συνόλου Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εξαίρω
εσύ εξαίρεις
αυτός / αυτή / αυτό εξαίρει
εμείς εξαίρουμε
εσείς εξαίρετε
αυτοί / αυτές / αυτά εξαίρουν[ε]
Παρατατικός
εγώ εξήρα
εσύ εξήρες
αυτός / αυτή / αυτό εξήρε
εμείς εξήραμε
εσείς εξήρατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξήραν
Αόριστος
εγώ εξήρα
εσύ εξήρες
αυτός / αυτή / αυτό εξήρε
εμείς εξήραμε
εσείς εξήρατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξήραν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εξάρω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εξάρω
εσύ εξάρεις
αυτός / αυτή / αυτό εξάρει
εμείς εξάρουμε
εσείς εξάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά εξάρουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εξαίρετε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς εξάρετε
Απαρέμφατο αορίστου
εξάρει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εξαίρομαι
εσύ εξαίρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό εξαίρεται
εμείς εξαιρόμαστε
εσείς εξαίρεστε
αυτοί / αυτές / αυτά εξαίρονται
Παρατατικός
αυτοί / αυτές / αυτά εξαίρονταν
Αόριστος
εμείς [{εξήρθημεν}]
εσείς [{εξήρθητε}]
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εξαρθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εξαρθώ
εσύ εξαρθείς
αυτός / αυτή / αυτό εξαρθεί
εμείς εξαρθούμε
εσείς εξαρθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εξαρθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εξαίρεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς εξαρθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εξαρθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary