Σημασία του βαστάω | Babel Free
vaˈsta.oΟρισμοί
- κρατώ, στηρίζω
- συγκρατώ
- αντέχω ψυχικά
- διαρκώ, κρατάω
Παραδείγματα
“τον βάσταγε από το χέρι”
“τον βαστάγανε τρεις να μην ορμήξει στον αντίπαλό του”
“δε βάσταξε άλλο και ξέσπασε σε κλάματα”
“※ Πόσες μέρες, πόσες νύχτες βάσταξε η αρρώστια του Φραγκίσκου; (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954)”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free