Σημασία του βαστάω | Babel Free
vaˈsta.oΟρισμοί
- κρατώ, στηρίζω
- συγκρατώ
- αντέχω ψυχικά
- διαρκώ, κρατάω
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of βαστάω.
Ισοδύναμα
Español
vigilar
עברית
כבש
हिन्दी
डाँटना
Kurdî
bêar
Latina
adhibeo
Polski
dbać
miarkować
opiekować się
pilnować
śledzić
szanować
troszczyć się
zatrzymać
zatrzymywać
zmiarkować
zwracać uwagę
ไทย
ยื้อ
Παραδείγματα
“τον βάσταγε από το χέρι”
“τον βαστάγανε τρεις να μην ορμήξει στον αντίπαλό του”
“δε βάσταξε άλλο και ξέσπασε σε κλάματα”
“※ Πόσες μέρες, πόσες νύχτες βάσταξε η αρρώστια του Φραγκίσκου; (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954)”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free