HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← βαστάω — definition

Conjugation of βαστάω

Regular CEFR B1
vaˈsta.o

κρατώ, στηρίζω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βαστάω
εσύ βαστάς
αυτός / αυτή / αυτό βαστάει
εμείς βαστάμε
εσείς βαστάτε
αυτοί / αυτές / αυτά βαστάνε
Παρατατικός
εγώ βαστούσα
εσύ βαστούσες
αυτός / αυτή / αυτό βαστούσε
εμείς βαστούσαμε
εσείς βαστούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά βαστούσαν
Αόριστος
εγώ βάσταξα
εσύ βάσταξες
αυτός / αυτή / αυτό βάσταξε
εμείς βαστάξαμε
εσείς βαστάξατε
αυτοί / αυτές / αυτά βάσταξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βαστάξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βαστάξω
εσύ βαστάξεις
αυτός / αυτή / αυτό βαστάξει
εμείς βαστάξουμε
εσείς βαστάξετε
αυτοί / αυτές / αυτά βαστάξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ βάστα
εσείς βαστάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βάσταξε
εσείς βαστάξτε
Απαρέμφατο αορίστου
βαστάξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βαστιέμαι
εσύ βαστιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό βαστιέται
εμείς βαστιόμαστε
εσείς βαστιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά βαστιούνται
Παρατατικός
εγώ βαστιόμουν
εσύ βαστιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό βαστιόταν
εμείς βαστιόμασταν
εσείς βαστιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά βαστιόνταν
Αόριστος
εγώ βαστάχτηκα
εσύ βαστάχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό βαστάχτηκε
εμείς βασταχτήκαμε
εσείς βασταχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά βαστάχτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βασταχτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βασταχτώ
εσύ βασταχτείς
αυτός / αυτή / αυτό βασταχτεί
εμείς βασταχτούμε
εσείς βασταχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά βασταχτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς βαστιέστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βαστάξου
εσείς βασταχτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
βασταχτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary