αδρανής
Ορισμοί
- που δεν παρουσιάζει καμία δράση, στερείται δραστηριότητας κάθε μορφής
- που αντιμετωπίζει τα πράγματα παθητικά, που δεν ενεργεί και δεν αντιδρά σε προκλήσεις στο περιβάλλον του
- που δεν αντιδρά, ή δεν επιδρά, δηλαδή τείνει να διατηρεί την ίδια κατάσταση ακόμα και όταν προστίθενται άλλα χημικά στοιχεία ή χημικές ενώσεις
- αναφέρεται κυρίως σε γονίδιο χωρίς δράση
Ισοδύναμα
34 more languages
Dansktræg
Suomiepäaktiivineneronnutinaktiivineninerttijähmeäliikuntakyvytönreagoimatonrikkitoimimatontoimintakyvytönveltto
Հայերենիներտ
Italianoassopitodormienteesanimeinattivòinattivoinazioneinerteinertinobileoziosoquiescentequietosonnolento
Kurdîsêpî
Русскийбездействующийбездеятельныйбезынициативныйвялыйинертныйлатентныйнеакти́вныйнеде́йствующийнеподвижныйнеработающийспокойныйспящийуснувший
Tagalogmatigal
Παραδείγματα
“αδρανής ατμόσφαιρα, αδρανής μάζα, αδρανές αέριο, αδρανές κράμα, αδρανές υλικό”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free