Meaning of ανενεργός | Babel Free
/a.ne.neɾˈɣos/Ορισμοί
- ο μη ενεργός, που ασκεί ένα επάγγελμα, αλλά έχει αναδουλειές ή ασθενεί και έτσι δεν παρουσιάζει δραστηριότητα επαγγελματική
- που δεν παρουσιάζει κινητικότητα, που έμμεσα μπορεί να θεωρείται σκόπιμα παθητικό, που κάποιος έχει την κτήση του αλλά δεν τον χρησιμοποιεί
Παραδείγματα
“Αν και είναι ανενεργός επιτηδευματίας, φορολογείται μόνον και μόνον επειδή δεν έχει "κλείσει" τα βιβλία του.”
“ανενεργός λογαριασμός τράπεζας, ανενεργό ΑΦΜ”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.