Meaning of άκαμπτος | Babel Free
/ˈa.kam.ptos/Ορισμοί
- που δεν λυγίζει εύκολα
-
που δεν υποχωρεί εύκολα από ψυχικές πιέσεις figuratively
-
που είναι δύσκολο ή αδύνατον να προσαρμοστεί figuratively
Παραδείγματα
“※ Η Επιτροπή δεν μπορεί επίσης να δεχθεί την τροπολογία 6 διότι καθιστά άκαµπτη και γραφειοκρατικοποιεί τη διάδραση μεταξύ του Οργανισμού και των εθνικών αρχών ασφαλείας και έρευνας (Γνωμοδότηση της (Ευρωπαϊκής) Επιτροπής για τη δεύτερη δέσμη μέτρων για τις σιδηροδρομικές μεταφορές, Bρυξέλλες, 26/11/2003 https://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=COM:2003:0719:FIN:EL:PDF)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.