Σημασία του άκαμπτος | Babel Free
ˈa.kam.ptosΟρισμοί
Ισοδύναμα
Български
непоколебим
Català
inflexible
Čeština
neohebný
Deutsch
bräsig
ehern
fest
hart
hartnäckig
inflexibel
standhaft
stur
unbeugsam
unbeugsam
unbeweglich
unbiegbar
unentwegt
unflexibel
unflexibel
unnachgiebig
unverbrüchlich
Ελληνικά
αβάγιστος
άθραυστος
ακούνητος
αλύγιστος
αμάλαγος
αμετασάλευτος
αμετατόπιστος
ανελαστικός
ανένδοτος
ανυποχώρητος
απαρασάλευτος
ασάλευτος
άτεγκτος
ατσάκιστος
πωρωμένος
σκληρόκαρδος
Esperanto
obstina
Français
dur comme un roc
fige
figé
impitoyable
inflexible
intraitable
obstiné
opiniâtre
opiniâtre
raide
raide
raide
rigide
rigide
têtu
têtu
Íslenska
ósveigjanlegur
Italiano
ferreo
inesorabile
inflessibile
irremovibile
irremovibili
irriducibile
irriducibile
irriducibili
monolitico
rigido
rigorose
rigorosi
rigoroso
Latina
rigens
Παραδείγματα
“※ Η Επιτροπή δεν μπορεί επίσης να δεχθεί την τροπολογία 6 διότι καθιστά άκαµπτη και γραφειοκρατικοποιεί τη διάδραση μεταξύ του Οργανισμού και των εθνικών αρχών ασφαλείας και έρευνας (Γνωμοδότηση της (Ευρωπαϊκής) Επιτροπής για τη δεύτερη δέσμη μέτρων για τις σιδηροδρομικές μεταφορές, Bρυξέλλες, 26/11/2003 https://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=COM:2003:0719:FIN:EL:PDF)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free