Meaning of ανελαστικός | Babel Free
/a.ne.la.stiˈkos/Ορισμοί
-
που δεν έχει ελαστικότητα literally
-
με χαρακτήρα σκληροτράχηλο και μονοκόμματο figuratively
-
ανεπηρέαστος figuratively
- που δεν μεταβάλλεται ή δεν επηρεάζεται από τις μεταβολές άλλων παραγόντων ή μεγεθών
Παραδείγματα
“※ Οι δαπάνες κατατάσσονται σε δύο κατηγορίες: σε ανελαστικές και σε ελαστικές, δηλαδή σε αναγκαίες και μη. Στην κατηγορία των ανελαστικών δαπανών περιλαμβάνονται οι εισφορές σε ταμεία ασφάλισης, οι τόκοι των στεγαστικών δανείων και τα έξοδα ιατρικής και φαρμακευτικής περίθαλψης. (@tovima.gr)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.