HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

συναίνεση

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
siˈne.ne.si

Ορισμοί

  1. συγκατάθεση, αποδοχή
  2. η ύπαρξη μιας ευρείας αποδοχής, πολύ ανώτερης από τη συνήθη πλειοψηφία

Ισοδύναμα

27 more languages
العربيةإجماعرضا
Gàidhligaonta
עבריתאבה
Bahasa Indonesiaakuisenspersetujuanrida
Kurdîrida
Latviešupiekrist
Українськазбіг
中文共識
繁體中文共識

Παραδείγματα

“με κοινή συναίνεση”

by common consent, by mutual consent

“κοινή συναινέσει”

by common consent, by mutual consent

“με τη συναίνεση των γονέων”

with the consent of the parents

“Tα αυστηρά οικονομικά μέτρα απαιτούν κοινωνική συναίνεση.”

The stringent economic measures require a public consensus.

“το παιδί άλλαξε σχολείο έπειτα από υπόδειξη των διδασκόντων και με τη συναίνεση των γονέων”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη συναίνεση σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free