Meaning of σκεπτικός | Babel Free
Ορισμοί
-
που σκέφτεται, που προβληματίζεται formal
- που έχει σχέση με τον σκεπτικισμό, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
- σκεπτικός: οπαδός του σκεπτικισμού
- σκεπτικό: η διαδικασία σκέψης που οδηγεί στη λήψη μιας απόφασης, ό,τι την αιτιολογεί
Ισοδύναμα
English
Skeptic
Παραδείγματα
“Μου φαίνεσαι σκεπτικός. Τι σε προβληματίζει;”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.