HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σκεπτικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. που σκέφτεται, που προβληματίζεται
    formal
  2. που έχει σχέση με τον σκεπτικισμό, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
  3. σκεπτικός: οπαδός του σκεπτικισμού
  4. σκεπτικό: η διαδικασία σκέψης που οδηγεί στη λήψη μιας απόφασης, ό,τι την αιτιολογεί

Ισοδύναμα

English Skeptic

Παραδείγματα

“Μου φαίνεσαι σκεπτικός. Τι σε προβληματίζει;”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σκεπτικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course