Σημασία του σκερτσόζα | Babel Free
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκερτσόζος: γυναίκα εύθυμη, συμπαθητική, που κάνει πλάκα, έχει χιούμορ
Ισοδύναμα
Italiano
scherzosa
Παραδείγματα
“Κάνανε διάφορα νούμερα. Ένας μαντράχαλος τραγουδούσε την «Καπνοσακούλα» (την έχανε και ύστερα την έβρισκε και την κρατούσε στην αριστερή τσέπη του παντελονιού του), ή ντουέτο με μια πεταχτή σκερτσόζα: « Πιό ὄμορφη στόν κόσμο δέν ἔχει ἄλληνε ἀπό τήν ἀδερφή μου τήν πιό μεγάληνε» , και μιά καμωματού τσαχπίνα, μέ μιά καρτονένια καπελιέρα κρεμασμένη ἀπό τό μπράτσο της μέ ρόζ κορδέλα, σεισοκωλιότανε τραγουδώντας τή «Μοδιστρούλα» (Κοσμάς Πολίτης, Στου Χατζηφράγκου, εκδ. Πελεκάνος, 2015)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free