HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σκερτσόζα | Babel Free

Adjective CEFR B2

Ορισμοί

ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκερτσόζος: γυναίκα εύθυμη, συμπαθητική, που κάνει πλάκα, έχει χιούμορ

Παραδείγματα

“Κάνανε διάφορα νούμερα. Ένας μαντράχαλος τραγουδούσε την «Καπνοσακούλα» (την έχανε και ύστερα την έβρισκε και την κρατούσε στην αριστερή τσέπη του παντελονιού του), ή ντουέτο με μια πεταχτή σκερτσόζα: « Πιό ὄμορφη στόν κόσμο δέν ἔχει ἄλληνε ἀπό τήν ἀδερφή μου τήν πιό μεγάληνε» , και μιά καμωματού τσαχπίνα, μέ μιά καρτονένια καπελιέρα κρεμασμένη ἀπό τό μπράτσο της μέ ρόζ κορδέλα, σεισοκωλιότανε τραγουδώντας τή «Μοδιστρούλα» (Κοσμάς Πολίτης, Στου Χατζηφράγκου, εκδ. Πελεκάνος, 2015)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σκερτσόζα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course