νεύρο
Ορισμοί
- λεπτός και επιμήκης κυλινδρικός ιστός που συνδέει τον εγκέφαλο με τα όργανα του σώματος, μεταφέροντας από αυτά τα ερεθίσματα που δέχονται και, αντίστροφα, μεταφέροντας προς αυτά τις εντολές που δίνει εγκέφαλος
- ο τένοντας
- λεπτές ίνες που διατρέχουν τα φύλλα και τους καρπούς των φυτών
-
η ζωτική δύναμη, η ζωντάνια figuratively
-
η κατάσταση που βιώνει κανείς όταν είναι εκνευρισμένος figuratively, plural
Ισοδύναμα
33 more languages
Българскизамах
DeutschAderBegeisterungBlattaderElanEnthusiasmusFlachseFlechseKraftMuskelkraftNervNervenstärkePepSchneidSchwungSehneSpannkraftStärkeVerve
Magyarerő
Հայերենզորություն
Italianoanimatezzaardireaudaciabriocoraggioestrofegatonerbonervonervosinervosopudendosfrontatezzaspudoratezzavervevivacità
日本語エスプリ
한국어힘줄
Te Reo Māoriwāna
Portuguêsnervo
Slovenčinaverva
Türkçesinir
اردوجِیوَن
中文神經
繁體中文神經
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free