Meaning of ζωντάνια | Babel Free
/zonˈda.ɲa/Ορισμοί
- το να είναι κάποιος ζωντανός, να έχει δηλαδή μια ενεργητικότητα, μια έντονη δραστηριότητα
- ζωηράδα, ζωηρότητα, φρεσκάδα
-
το να φαίνεται κάτι σαν ζωντανό και παραστατικό, να προκαλεί έντονη εντύπωση figuratively
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.