HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of λαχτάρα | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/laˈxta.ɾa/

Ορισμοί

  1. η έντονη επιθυμία
  2. γυναικείο επώνυμο
  3. το πρόσωπο ή πράγμα που αποτελεί το αντικείμενο έντονης επιθυμίας
  4. η αναμονή με συναισθηματική φόρτιση
  5. ο μεγάλος φόβος, η ταραχή που ακολουθεί ένα ξαφνικό γεγονός

Ισοδύναμα

English Craving hunger Itch

Παραδείγματα

“έχω λαχτάρα να σε δω”
“είσαι η λαχτάρα μου”
“περίμενε με λαχτάρα τα αποτελέσματα των εξετάσεων”
“※ Το σκοτάδι μας τύλιγε όλο και πιο απειλητικό. Ο αναπτήρας του Άρη μας έκανε λαχτάρες. Αρνιόταν να ξανανάψει. Ο τρόμος φούντωσε μέσα μας και κατατρόπωσε τις πολεμοχαρείς φαντασιώσεις μας. (Φρίξος Κολώτας, Ο εντιμότατος κύριος Θεοφύλακτος Γυπάρης, εκδ. Περίπλους, 2002, σελ. 113)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See λαχτάρα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course