Meaning of λαχτάρα | Babel Free
/laˈxta.ɾa/Ορισμοί
- η έντονη επιθυμία
- γυναικείο επώνυμο
- το πρόσωπο ή πράγμα που αποτελεί το αντικείμενο έντονης επιθυμίας
- η αναμονή με συναισθηματική φόρτιση
- ο μεγάλος φόβος, η ταραχή που ακολουθεί ένα ξαφνικό γεγονός
Παραδείγματα
“έχω λαχτάρα να σε δω”
“είσαι η λαχτάρα μου”
“περίμενε με λαχτάρα τα αποτελέσματα των εξετάσεων”
“※ Το σκοτάδι μας τύλιγε όλο και πιο απειλητικό. Ο αναπτήρας του Άρη μας έκανε λαχτάρες. Αρνιόταν να ξανανάψει. Ο τρόμος φούντωσε μέσα μας και κατατρόπωσε τις πολεμοχαρείς φαντασιώσεις μας. (Φρίξος Κολώτας, Ο εντιμότατος κύριος Θεοφύλακτος Γυπάρης, εκδ. Περίπλους, 2002, σελ. 113)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.