Σημασία του απελπίζω | Babel Free
a.pelˈpi.zoΟρισμοί
προκαλώ σε κάποιον απελπισία, του στερώ την ελπίδα ή τον απογοητεύω ολοκληρωτικά
transitive
Ισοδύναμα
English
Desolate
Παραδείγματα
“※ Και η ιδέα μόνο πως ήταν αιχμάλωτοι και στα ξένα τους απέλπιζε. (Πηνελόπη Δέλτα, Για την πατρίδα)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.