Conjugation of απελπίζω
a.pelˈpi.zoπροκαλώ σε κάποιον απελπισία, του στερώ την ελπίδα ή τον απογοητεύω ολοκληρωτικά Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | απελπίζω |
| εσύ | απελπίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | απελπίζει |
| εμείς | απελπίζουμε |
| εσείς | απελπίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απελπίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | απέλπιζα |
| εσύ | απέλπιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απέλπιζε |
| εμείς | απελπίζαμε |
| εσείς | απελπίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απέλπιζαν |
Αόριστος
| εγώ | απέλπισα |
| εσύ | απέλπισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απέλπισε |
| εμείς | απελπίσαμε |
| εσείς | απελπίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απέλπισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα απελπίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | απελπίσω |
| εσύ | απελπίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | απελπίσει |
| εμείς | απελπίσουμε |
| εσείς | απελπίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απελπίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | απέλπιζε |
| εσείς | απελπίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | απέλπισε |
| εσείς | απελπίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | απελπίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | απελπίζομαι |
| εσύ | απελπίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | απελπίζεται |
| εμείς | απελπισόμαστε |
| εσείς | απελπίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απελπίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | απελπισόμουν |
| εσύ | απελπισόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | απελπισόταν |
| εμείς | απελπισόμασταν |
| εσείς | απελπισόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απελπίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | απελπίστηκα |
| εσύ | απελπίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απελπίστηκε |
| εμείς | απελπιστήκαμε |
| εσείς | απελπιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απελπίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα απελπιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | απελπιστώ |
| εσύ | απελπιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | απελπιστεί |
| εμείς | απελπιστούμε |
| εσείς | απελπιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απελπιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | απελπίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | απελπίσου |
| εσείς | απελπιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | απελπιστεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.