HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← απελπίζω — definition

Conjugation of απελπίζω

Regular CEFR B2
a.pelˈpi.zo

προκαλώ σε κάποιον απελπισία, του στερώ την ελπίδα ή τον απογοητεύω ολοκληρωτικά Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ απελπίζω
εσύ απελπίζεις
αυτός / αυτή / αυτό απελπίζει
εμείς απελπίζουμε
εσείς απελπίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά απελπίζουν
Παρατατικός
εγώ απέλπιζα
εσύ απέλπιζες
αυτός / αυτή / αυτό απέλπιζε
εμείς απελπίζαμε
εσείς απελπίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά απέλπιζαν
Αόριστος
εγώ απέλπισα
εσύ απέλπισες
αυτός / αυτή / αυτό απέλπισε
εμείς απελπίσαμε
εσείς απελπίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά απέλπισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα απελπίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ απελπίσω
εσύ απελπίσεις
αυτός / αυτή / αυτό απελπίσει
εμείς απελπίσουμε
εσείς απελπίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά απελπίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ απέλπιζε
εσείς απελπίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ απέλπισε
εσείς απελπίστε
Απαρέμφατο αορίστου
απελπίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ απελπίζομαι
εσύ απελπίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό απελπίζεται
εμείς απελπισόμαστε
εσείς απελπίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά απελπίζονται
Παρατατικός
εγώ απελπισόμουν
εσύ απελπισόσουν
αυτός / αυτή / αυτό απελπισόταν
εμείς απελπισόμασταν
εσείς απελπισόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά απελπίζονταν
Αόριστος
εγώ απελπίστηκα
εσύ απελπίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό απελπίστηκε
εμείς απελπιστήκαμε
εσείς απελπιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά απελπίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα απελπιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ απελπιστώ
εσύ απελπιστείς
αυτός / αυτή / αυτό απελπιστεί
εμείς απελπιστούμε
εσείς απελπιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά απελπιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς απελπίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ απελπίσου
εσείς απελπιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
απελπιστεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary