HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ανεβαίνω | Babel Free

Verb CEFR C2 Standard
/a.neˈve.no/

Ορισμοί

  1. μετακινούμαι, μετατοπίζομαι σε σημείο που, κατά την εκτίμησή μου, βρίσκεται πιο ψηλά (γεωγραφικά, ηθικά, πολιτικά κλπ.) σε σχέση με το προηγούμενο
  2. αποκτώ το αντίστοιχο αξίωμα ή τη θέση
    broadly

Ισοδύναμα

English Ascend climb get on

Παραδείγματα

“Ανεβαίνω τις σκάλες.”

I climb the stairs.

“Ο ήλιος έχει ανέβει ψηλά στον ουρανό.”

The sun has risen high in the sky.

“Το ασανσέρ ανεβαίνει μέχρι τον πέμπτο όροφο.”

The lift ascends to the fifth floor.

“Ανεβαίνουμε στο πλοίο.”

We board the ferry.

“Το αρχείο ανέβηκε πέρσι.”

The file was uploaded last year.

“(για χώρο π.χ. βουνό, σκάλα, κτίριο) πηγαίνω σε ψηλότερο σημείο του αντίστοιχου χώρου ή προς το βορρά ή προς κάποια τοποθεσία”
“(για τοποθεσία) πηγαίνω προς το βορρά ή προς κάποια τοποθεσία που θεωρώ ότι είναι πιο ψηλά”
“(ηθικά, πολιτικά κλπ) αποκτώ μεγαλύτερη αξία”
“(ειδικότερα) (για μεταφορικό μέσο) επιβιβάζομαι”
“(για κάτι που έχει βαθμίδες ή αρίθμηση ή ιεραρχία) αποκτώ μεγαλύτερη τιμή”
“ανεβαίνω στο θρόνο (ενθρονίζομαι, γίνομαι βασιλιάς)”
“και τότε ανέβηκε στην εξουσία ο θείος του”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ανεβαίνω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course