Conjugation of ανεβαίνω
a.neˈve.noμετακινούμαι, μετατοπίζομαι σε σημείο που, κατά την εκτίμησή μου, βρίσκεται πιο ψηλά (γεωγραφικά, ηθικά, πολιτικά κλπ.) σε σχέση με το προηγούμενο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ανεβαίνω |
| εσύ | ανεβαίνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανεβαίνει |
| εμείς | ανεβαίνουμε |
| εσείς | ανεβαίνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανεβαίνουν |
Παρατατικός
| εγώ | ανέβαινα |
| εσύ | ανέβαινες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανέβαινε |
| εμείς | ανεβαίναμε |
| εσείς | ανεβαίνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανέβαιναν |
Αόριστος
| εγώ | ανέβηκα |
| εσύ | ανέβηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανέβηκε |
| εμείς | ανεβήκαμε |
| εσείς | ανεβήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανέβηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ανέβω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ανέβω |
| εσύ | ανέβεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανέβει |
| εμείς | ανέβουμε |
| εσείς | ανέβετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανέβουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ανέβαινε |
| εσείς | ανεβαίνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ανέβα |
| εσείς | ανεβείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ανέβει |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.