HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ανεβαίνω — definition

Conjugation of ανεβαίνω

Regular CEFR C2
a.neˈve.no

μετακινούμαι, μετατοπίζομαι σε σημείο που, κατά την εκτίμησή μου, βρίσκεται πιο ψηλά (γεωγραφικά, ηθικά, πολιτικά κλπ.) σε σχέση με το προηγούμενο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανεβαίνω
εσύ ανεβαίνεις
αυτός / αυτή / αυτό ανεβαίνει
εμείς ανεβαίνουμε
εσείς ανεβαίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανεβαίνουν
Παρατατικός
εγώ ανέβαινα
εσύ ανέβαινες
αυτός / αυτή / αυτό ανέβαινε
εμείς ανεβαίναμε
εσείς ανεβαίνατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανέβαιναν
Αόριστος
εγώ ανέβηκα
εσύ ανέβηκες
αυτός / αυτή / αυτό ανέβηκε
εμείς ανεβήκαμε
εσείς ανεβήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανέβηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανέβω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανέβω
εσύ ανέβεις
αυτός / αυτή / αυτό ανέβει
εμείς ανέβουμε
εσείς ανέβετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανέβουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ανέβαινε
εσείς ανεβαίνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανέβα
εσείς ανεβείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ανέβει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary