HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ανέρχομαι | Babel Free

Verb CEFR B2
aˈneɾ.xo.me

Ορισμοί

  1. ανεβαίνω
  2. αυξάνομαι, ανεβαίνω, φτάνω κάπου ψηλά
    figuratively
  3. εξελίσσομαι, προοδεύω, φτάνω σε ανώτερες βαθμίδες
  4. είναι του ύψους, φθάνει στο ύψος ποσού

Ισοδύναμα

English amount total

Παραδείγματα

“Το δημοσιονομικό έλλειμμα της χώρας μας ανήλθε στο ύψος του 12,7% και αποτελεί το δεύτερο χειρότερο όχι απλά στην Ευρωζώνη, αλλά σε ολόκληρη την Ε.Ε. των 28 κρατών-μελών (...). Ακόμη χειρότερα είναι τα πράγματα με το δημόσιο χρέος της Ελλάδας. Ανήλθε στο πρωτοφανές για την Ευρώπη, κυριολεκτικά εξωφρενικό ποσοστό του 175,1% του ΑΕΠ μας! (*)”
“Γεννημένη στη Σενεγάλη η 33χρονη μαύρη πολιτικός θεωρείται ανερχόμενος αστέρας στο γαλλικό πολιτικό στερέωμα. (*)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ανέρχομαι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course