Meaning of ανέρχομαι | Babel Free
aˈneɾ.xo.meΟρισμοί
- ανεβαίνω
-
αυξάνομαι, ανεβαίνω, φτάνω κάπου ψηλά figuratively
- εξελίσσομαι, προοδεύω, φτάνω σε ανώτερες βαθμίδες
- είναι του ύψους, φθάνει στο ύψος ποσού
Παραδείγματα
“Το δημοσιονομικό έλλειμμα της χώρας μας ανήλθε στο ύψος του 12,7% και αποτελεί το δεύτερο χειρότερο όχι απλά στην Ευρωζώνη, αλλά σε ολόκληρη την Ε.Ε. των 28 κρατών-μελών (...). Ακόμη χειρότερα είναι τα πράγματα με το δημόσιο χρέος της Ελλάδας. Ανήλθε στο πρωτοφανές για την Ευρώπη, κυριολεκτικά εξωφρενικό ποσοστό του 175,1% του ΑΕΠ μας! (*)”
“Γεννημένη στη Σενεγάλη η 33χρονη μαύρη πολιτικός θεωρείται ανερχόμενος αστέρας στο γαλλικό πολιτικό στερέωμα. (*)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.