HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ακυρώνω | Babel Free

Verb CEFR C2 Specialized
/a.ciˈɾo.no/

Ορισμοί

  1. κάνω κάτι άκυρο, ώστε να μην ισχύει πια
  2. αποφασίζω να μην πραγματοποιηθεί κάτι που προγραμματίστηκε για το μέλλον
  3. περνάω (εισιτήριο) από ειδικό μηχάνημα που εκτυπώνει ημερομηνία και ώρα χρήσης πάνω του, ώστε να μην μπορέσω να το ξαναχρησιμοποιήσω άλλη φορά, δηλαδή το εξαργυρώνω

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“Το δικαστήριο ακύρωσε το συμβόλαιο λόγω απάτης.”
“Ακύρωσε την επίσκεψη στη γειτονική χώρα ο υπουργός εξωτερικών.”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ακυρώνω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course