Meaning of ακυρώσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ακυρώνω
- θα ακυρώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ακυρώνω
- να ακυρώσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακυρώνω
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.