Σημασία του ακύρωσαν | Babel Free
Ορισμοί
γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακυρώνω
Παραδείγματα
“Ακύρωσαν την πτήση λόγω της κακοκαιρίας.”
They cancelled the flight due to the bad weather.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free