Conjugation of ακυρώνω
a.ciˈɾo.noπερνάω (εισιτήριο) από ειδικό μηχάνημα που εκτυπώνει ημερομηνία και ώρα χρήσης πάνω του, ώστε να μην μπορέσω να το ξαναχρησιμοποιήσω άλλη φορά, δηλαδή το εξαργυρώνω Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ακυρώνω |
| εσύ | ακυρώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ακυρώνει |
| εμείς | ακυρώνουμε |
| εσείς | ακυρώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ακυρώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | ακύρωνα |
| εσύ | ακύρωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ακύρωνε |
| εμείς | ακυρώναμε |
| εσείς | ακυρώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ακύρωναν |
Αόριστος
| εγώ | ακύρωσα |
| εσύ | ακύρωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ακύρωσε |
| εμείς | ακυρώσαμε |
| εσείς | ακυρώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ακύρωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ακυρώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ακυρώσω |
| εσύ | ακυρώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ακυρώσει |
| εμείς | ακυρώσουμε |
| εσείς | ακυρώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ακυρώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ακύρωνε |
| εσείς | ακυρώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ακύρωσε |
| εσείς | ακυρώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ακυρώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ακυρώνομαι |
| εσύ | ακυρώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ακυρώνεται |
| εμείς | ακυρωνόμαστε |
| εσείς | ακυρώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ακυρώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | ακυρωνόμουν |
| εσύ | ακυρωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ακυρωνόταν |
| εμείς | ακυρωνόμασταν |
| εσείς | ακυρωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ακυρώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | ακυρώθηκα |
| εσύ | ακυρώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ακυρώθηκε |
| εμείς | ακυρωθήκαμε |
| εσείς | ακυρωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ακυρώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ακυρωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ακυρωθώ |
| εσύ | ακυρωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ακυρωθεί |
| εμείς | ακυρωθούμε |
| εσείς | ακυρωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ακυρωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ακυρώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ακυρώσου |
| εσείς | ακυρωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ακυρωθεί |