Σημασία του άτιμος | Babel Free
ˈa.ti.mosΟρισμοί
- που δε φέρεται με εντιμότητα, δε δείχνει ή δε φανερώνει εντιμότητα, κι έτσι δεν τον εμπιστεύονται ή δεν τον εκτιμούν
-
θετικός χαρακτηρισμός για κάποια καλή συμπεριφορά ή ικανότητα που έχει κάποιος familiar, figuratively
-
αρνητικός χαρακτηρισμός για κάποια κακή συμπεριφορά ή κάτι που μας δυσκολεύει familiar, figuratively
Ισοδύναμα
Català
deshonest
Dansk
uærlig
Deutsch
beschämend
ehrlos
ignobel
sakrisch
schmählich
unehrlich
unwürdig
Verdammte
Verdammter
verflucht
vermaledeit
Ελληνικά
αγενής
αναθεματισμένος
ανέντιμος
ατιμωτικός
ατιμωτικός
γαμημένος
έντεχνος
επιδέξιος
επιτήδειος
πρόστυχος
English
Adroit
adroit
Damned
damned
damned
damned
disgraceful
disgraceful
Dishonest
dishonest
dishonorable
Dishonorable
dishonourable
ignoble
rogue
Rogue
rogue
Tricky
tricky
Esperanto
malnobla
Français
adroit
adroit
damné
déshonore
fichu
fils de pute
habile
hélas
honteux
ignoble
indigne
indigne
indigne
infamé
infâme
infâme
lâché
malhonnête
satané
Magyar
becstelen
Հայերեն
անազնիվ
Bahasa Indonesia
tangkas
Italiano
abile
dannato
dannato
dannato
destro
destro
disonesto
disonesto
disonorevole
disonorevoli
ignobile
obbrobriosi
obbrobrioso
portate
portate
portate
portati
portati
portati
한국어
부정직하다
Polski
haniebny
niecny
niecny
niegodziwy
nieszlachetny
nieuczciwy
nikczemny
podły
zgrabny
zręczny
zręczny
zwinny
zwinny
Română
necinstit
Παραδείγματα
“※ Σήμερα φαίνομαι αρκετά νέα, άλλαξα λουκ, το μαλλί είναι σγουρό -ας είναι καλά η περούκα- μέχρι και κατάμαυρα μάτια απέκτησα σήμερα, ας είναι καλά οι φακοί επαφής. Τελικά, όταν φτιάχνομαι μπορώ να γίνομαι πολύ γκόμενα. Μπήκα στο γραφείο με τακουνάρες και κόκκινο στενό παντελόνι. Νεανίζω η άτιμη τώρα που χώρισα από τον πρώην μου. (Μίλτος Μόσχος, Ένα ξεχασμένο έγκλημα στο Ναύπλιο, 2021, σελ. 212)”
“※ […] Ο άτιμος ο γαμπρός του, όσο απωθητικός ήταν όταν τον έπιαναν τα διαόλια του, τόσο μαγευτικός γινόταν όταν έπιανε να παίζει ούτι και να τραγουδάει.”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free