άτιμος
Ορισμοί
- που δε φέρεται με εντιμότητα, δε δείχνει ή δε φανερώνει εντιμότητα, κι έτσι δεν τον εμπιστεύονται ή δεν τον εκτιμούν
-
θετικός χαρακτηρισμός για κάποια καλή συμπεριφορά ή ικανότητα που έχει κάποιος familiar, figuratively
-
αρνητικός χαρακτηρισμός για κάποια κακή συμπεριφορά ή κάτι που μας δυσκολεύει familiar, figuratively
Ισοδύναμα
31 more languages
Catalàdeshonest
Danskuærlig
DeutschbeschämendehrlosignobelsakrischschmählichunehrlichunwürdigVerdammteVerdammterverfluchtvermaledeit
Esperantomalnobla
Magyarbecstelen
Հայերենանազնիվ
Bahasa Indonesiatangkas
Italianoabiledannatodestrodisonestodisonorevoledisonorevoliignobileobbrobriosiobbrobriosoportateportati
한국어부정직하다
Românănecinstit
Παραδείγματα
“※ Σήμερα φαίνομαι αρκετά νέα, άλλαξα λουκ, το μαλλί είναι σγουρό -ας είναι καλά η περούκα- μέχρι και κατάμαυρα μάτια απέκτησα σήμερα, ας είναι καλά οι φακοί επαφής. Τελικά, όταν φτιάχνομαι μπορώ να γίνομαι πολύ γκόμενα. Μπήκα στο γραφείο με τακουνάρες και κόκκινο στενό παντελόνι. Νεανίζω η άτιμη τώρα που χώρισα από τον πρώην μου. (Μίλτος Μόσχος, Ένα ξεχασμένο έγκλημα στο Ναύπλιο, 2021, σελ. 212)”
“※ […] Ο άτιμος ο γαμπρός του, όσο απωθητικός ήταν όταν τον έπιαναν τα διαόλια του, τόσο μαγευτικός γινόταν όταν έπιανε να παίζει ούτι και να τραγουδάει.”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free