τολμηρός
Ορισμοί
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Μεγαλώνοντας έγινε κούκλα. Όσοι τη γνώρισαν είχαν να το λένε. Ήταν ψηλή, κομψή, γοητευτική, τολμηρή, λαλίστατη, με πάλλευκο δέρμα, μαύρα μαλλιά, μελωδική φωνή, μάτια που έλαμπαν από ζωή και βλέμμα που σκότωνε. (Λένα Διβάνη, Ζευγάρια που έγραψαν την ιστορία της Ελλάδας, εκδ. Πατάκης, 2020)”
“(ειδικότερα) που προκαλεί ερωτικά με το περιεχόμενο ή την εμφάνιση”
“μια τολμηρή εμφάνιση, ένα τολμηρό ντεκολτέ”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free