HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of τολμηρός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C2 Specialized
/tol.miˈɾos/

Ορισμοί

  1. που δε διστάζει να κάνει επικίνδυνες ενέργειες, για να υπερνικήσει εμπόδια
  2. που έχει θράσος ή/και αναίδεια
  3. που υπερβαίνει τα όρια της ηθικής

Ισοδύναμα

English Bold valiant

Παραδείγματα

“※ Μεγαλώνοντας έγινε κούκλα. Όσοι τη γνώρισαν είχαν να το λένε. Ήταν ψηλή, κομψή, γοητευτική, τολμηρή, λαλίστατη, με πάλλευκο δέρμα, μαύρα μαλλιά, μελωδική φωνή, μάτια που έλαμπαν από ζωή και βλέμμα που σκότωνε. (Λένα Διβάνη, Ζευγάρια που έγραψαν την ιστορία της Ελλάδας, εκδ. Πατάκης, 2020)”
“(ειδικότερα) που προκαλεί ερωτικά με το περιεχόμενο ή την εμφάνιση”
“μια τολμηρή εμφάνιση, ένα τολμηρό ντεκολτέ”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See τολμηρός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course