Meaning of τολμηρός | Babel Free
/tol.miˈɾos/Ορισμοί
- που δε διστάζει να κάνει επικίνδυνες ενέργειες, για να υπερνικήσει εμπόδια
- που έχει θράσος ή/και αναίδεια
- που υπερβαίνει τα όρια της ηθικής
Παραδείγματα
“※ Μεγαλώνοντας έγινε κούκλα. Όσοι τη γνώρισαν είχαν να το λένε. Ήταν ψηλή, κομψή, γοητευτική, τολμηρή, λαλίστατη, με πάλλευκο δέρμα, μαύρα μαλλιά, μελωδική φωνή, μάτια που έλαμπαν από ζωή και βλέμμα που σκότωνε. (Λένα Διβάνη, Ζευγάρια που έγραψαν την ιστορία της Ελλάδας, εκδ. Πατάκης, 2020)”
“(ειδικότερα) που προκαλεί ερωτικά με το περιεχόμενο ή την εμφάνιση”
“μια τολμηρή εμφάνιση, ένα τολμηρό ντεκολτέ”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.