Meaning of πλάγιος | Babel Free
/ˈpla.ʝi.os/Ορισμοί
- ο μη ευθύς, αυτός που έχει κλίση προς έναν νοητό ή πραγματικό κάθετο άξονα ή πάντως σε σύγκριση με ένα άλλο επίπεδο ή ευθεία αναφοράς, ο κεκλιμένος, ο στραβός, ο λοξός
- η μη άμεση έκφραση, ο λόγος (πρόταση, ερώτηση) που δεν εκφέρεται στο πρώτο πρόσωπο αλλά μεταφέρεται από άλλον
- οι πτώσεις της γενικής, δοτικής και αιτιατικής, σε αντιδιαστολή προς την κυρίως ορθή πτώση της ονομαστικής, επειδή σε αυτές το υποκείμενο δεν συνδέεται άμεσα με το ρήμα αλλά έμμεσα και πλαγίως, υποδηλώνοντας κάποια σχέση (του γένους, της αιτίας κ.λπ.)
- ο πλευρικός
- υποδιαίρεση «ήχων» της βυζαντινής μουσικής
- είδος μουσικής πτώσης με την υποδεσπόζουσα (συγχορδία της τέταρτης βαθμίδας) να οδηγεί στην τονική
- αυτός που προέρχεται από το πλάι, από αριστερά ή δεξιά
-
έμμεσος, διακριτικός ή υπαινικτικός και λιγότερο επιθετικός κάτω από τις περιστάσεις figuratively
-
ανήθικος, ύπουλος, παράνομος ή παράτυπο, αυτό που παρακάμπτει την ευθεία και συνήθη οδό figuratively
- τρόπος συγγένειας
Παραδείγματα
“(γεωμετρία)”
“(τυπογραφία)”
“πλάγιος λόγος (Ο Κώστας είπε να μην έρθεις), πλάγια ερώτηση (Ο Κώστας ρώτησε αν πρέπει να έρθεις ή όχι)”
“Ο τύπος σχηματίσηκε από τις πλάγιες πτώσεις.”
“άντε πλάγιο βηματισμό (δηλαδή προς τα αριστερά ή δεξιά)”
“σε ήχο πρώτο πλάγιο”
“Ακολουθεί μια coda με πλάγια πτώση.”
“πλάγιος άνεμος (ο αέρας στη μπάντα του πλοίου)”
“Μην τον προσβάλεις, πες του το με πλάγιο τρόπο.”
“Του έριξε βουβά ένα πλάγιο βλέμμα που έλεγε πολλά.”
“Μπορείς να τον καταφέρεις και με πλάγιο τρόπο.”
“Μετήλθε πλάγια μέσα για να προσληφθεί.”
“Πήρε προαγωγή δια της πλαγίας οδού.”
“Οι πλάγιοι συγγενείς είναι οι εξ αγχιστείας, οι μη εξ αίματος.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.