κολλάω
Ορισμοί
- ενώνω δύο ή περισσότερα αντικείμενα ή μέρη αντικειμένου με κάποια κόλλα
-
βρίσκομαι σε πολύ στενή επαφή με κάποιον, είμαι πολύ καλός φίλος με κάποιον figuratively
-
ακολουθώ κάποιον συνεχώς από πολύ μικρή απόσταση figuratively
-
φέρομαι προκλητικά ή επιθετικά απέναντι σε κάποιον, παρενοχλώ figuratively
-
προσπαθώ να προσεγγίσω ερωτικά ένα άτομο ή παρενοχλώ σεξουαλικά figuratively
- αντιμετωπίζω μια δυσκολία κατά την πρόοδο μιας εργασίας που με εμποδίζει να συνεχίσω
- αφοσιώνομαι ολοκληρωτικά σε μια δραστηριότητα που με απορροφά
- αρρωσταίνω από μεταδοτικό νόσημα που μου μεταδόθηκε
- μεταδίδομαι
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of κολλάω.
Ισοδύναμα
27 more languages
Deutschaufschweißenbeste Freundinbester FreundblockierenFestfresseninfizierenklammernklebenklitternkontaminierenkrallenliegen bleibenlötenlotenNahtrekonstruierenschweißenstückelnübertragenVerhärtenVerklemmenverpestenzusammenbastelnzusammenflickenzusammenfügenZusammenklitternzusammensetzenZusammenstellenzusammenstoppelnZusammenstückeln
Esperantoalglui
Galegoarrochar
Bahasa Melayukawan karib
Polskibestieczepiaćgruszyćinfekowaćlgnąćpojąćposklejaćprzyjacielprzyjaciółkaprzylegaćskleićsklejaćspajaćspawaćspoićspoinaudzielaćudzielićzaciąćzacinaćzainfekowaćzakazaćzakazićzarażaćzarazićzastaćzastawaćzespawaćzgrzaćzgrzewaćzłączaćzłączyć
ไทยเชื่อม
Tiếng Việtchắp nối
Παραδείγματα
“Μη μου κολλάς! Με έχεις τρελάνει!”
Stop bugging me! You are driving me crazy!
“έχουν κολλήσει για τα καλά οι δυό τους”
“Προσπέρασα κάποιον στο δρόμο με το αυτοκίνητο κι αυτός μετά κόλλησε από πίσω μου και μου άναβε τα φώτα.”
“Μη μου κολλάς εμένα, γιατί θα πάρω ανάποδες!”
“Τι γίνεται με τον Τάκη; Μου φαίνεται ότι σου κολλάει!”
“Έχω κολλήσει εδώ και δυο ώρες σε μια άσκηση και δεν μπορώ να τη λύσω με τίποτα.”
“Έχει κολλήσει στον υπολογιστή της και μας έχει ξεχάσει εμάς τους φίλους της.”
“κόλλησα γρίπη”
“κάποιοι υποστηρίζουν ότι το απλό κρύωμα δεν κολλάει”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free