HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κολλάω — definition

Conjugation of κολλάω

Regular CEFR C2
koˈla.o

αντιμετωπίζω μια δυσκολία κατά την πρόοδο μιας εργασίας που με εμποδίζει να συνεχίσω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κολλάω
εσύ κολλάς
αυτός / αυτή / αυτό κολλάει
εμείς κολλάμε
εσείς κολλάτε
αυτοί / αυτές / αυτά κολλάνε
Παρατατικός
εγώ κολλούσα
εσύ κολλούσες
αυτός / αυτή / αυτό κολλούσε
εμείς κολλούσαμε
εσείς κολλούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κολλούσαν
Αόριστος
εγώ κόλλησα
εσύ κόλλησες
αυτός / αυτή / αυτό κόλλησε
εμείς κολλήσαμε
εσείς κολλήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κόλλησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κολλήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κολλήσω
εσύ κολλήσεις
αυτός / αυτή / αυτό κολλήσει
εμείς κολλήσουμε
εσείς κολλήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά κολλήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κόλλα
εσείς κολλάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κόλλησε
εσείς κολλήστε
Απαρέμφατο αορίστου
κολλήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κολλιέμαι
εσύ κολλιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό κολλιέται
εμείς κολλιόμαστε
εσείς κολλιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά κολλιούνται
Παρατατικός
εγώ κολλιόμουν
εσύ κολλιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό κολλιόταν
εμείς κολλιόμασταν
εσείς κολλιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά κολλιόνταν
Αόριστος
εγώ κολλήθηκα
εσύ κολλήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό κολλήθηκε
εμείς κολληθήκαμε
εσείς κολληθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά κολλήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κολληθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κολληθώ
εσύ κολληθείς
αυτός / αυτή / αυτό κολληθεί
εμείς κολληθούμε
εσείς κολληθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κολληθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κολλιέστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κολλήσου
εσείς κολληθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
κολληθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary