Conjugation of κολλάω
koˈla.oαντιμετωπίζω μια δυσκολία κατά την πρόοδο μιας εργασίας που με εμποδίζει να συνεχίσω Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κολλάω |
| εσύ | κολλάς |
| αυτός / αυτή / αυτό | κολλάει |
| εμείς | κολλάμε |
| εσείς | κολλάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κολλάνε |
Παρατατικός
| εγώ | κολλούσα |
| εσύ | κολλούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κολλούσε |
| εμείς | κολλούσαμε |
| εσείς | κολλούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κολλούσαν |
Αόριστος
| εγώ | κόλλησα |
| εσύ | κόλλησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κόλλησε |
| εμείς | κολλήσαμε |
| εσείς | κολλήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κόλλησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κολλήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κολλήσω |
| εσύ | κολλήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κολλήσει |
| εμείς | κολλήσουμε |
| εσείς | κολλήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κολλήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | κόλλα |
| εσείς | κολλάτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κόλλησε |
| εσείς | κολλήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κολλήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κολλιέμαι |
| εσύ | κολλιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | κολλιέται |
| εμείς | κολλιόμαστε |
| εσείς | κολλιέστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κολλιούνται |
Παρατατικός
| εγώ | κολλιόμουν |
| εσύ | κολλιόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | κολλιόταν |
| εμείς | κολλιόμασταν |
| εσείς | κολλιόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κολλιόνταν |
Αόριστος
| εγώ | κολλήθηκα |
| εσύ | κολλήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κολλήθηκε |
| εμείς | κολληθήκαμε |
| εσείς | κολληθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κολλήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κολληθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κολληθώ |
| εσύ | κολληθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | κολληθεί |
| εμείς | κολληθούμε |
| εσείς | κολληθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κολληθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | κολλιέστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κολλήσου |
| εσείς | κολληθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κολληθεί |