Σημασία του διαφεύγω | Babel Free
Ορισμοί
- Απομακρύνομαι εντέχνως (από τόπο ή κατάσταση), χωρίς να γίνομαι αντιληπτός
- Καταφέρνω να αποφύγω (κάτι αρνητικό για μένα)
- Διαρρέω, διαχέομαι
-
αγνοούμαι, παραβλέπομαι figuratively
Ισοδύναμα
Български
избягвам
Deutsch
abkommen
abschütteln
aus dem Weg gehen
davonkommen
durchkommen
entfallen sein
entgehen
entkommen
entweichen
entwischen
fortkommen
freikommen
loseisen
nicht einfallen
sich absetzen von
sich entziehen
sich jmds. Verständnis entziehen
Umgehen
wegkommen
فارسی
اجتناب کردن
Suomi
paeta
Gàidhlig
thalla
ភាសាខ្មែរ
គេច
Nederlands
vermijden
Polski
dać drapaka
dać dyla
dać nogę
dawać drapaka
dawać dyla
dawać nogę
przepuścić
uchodzić
wyciec
wyciekać
wydostać
wydostawać
wydrzeć
wydzierać
wyrwać
wyrywać
wyszarpać
wyszarpywać
Română
eluda
Παραδείγματα
“※ Εχει όνομα, έχει πρόσωπο αλλά συνεχίζει να διαφεύγει: το ανθρωποκυνηγητό συνεχίζεται σήμερα για τη σύλληψη του Σερίφ Σεκάτ, του φερόμενου ως δράστη της φονικής επίθεσης στην χριστουγεννιάτικη αγορά του Στρασβούργου, η οποία θα παραμείνει κλειστή και σήμερα. (www.kathimerini.gr, 13.12.2018)”
“ο καταζητούμενος διέφυγε τη σύλληψη”
“※ Με τη μύτη ενός μαχαιριού κάνουμε μια μικρή τρύπα στο κέντρο για να διαφεύγει ο ατμός του ψησίματος. (www.kathimerini.gr, 21.07.2025)”
“※ Ξαναδιάβασα δις και τρις την επιστολή για να καταλάβω πώς μου διέφυγε το γεγονός ότι ο γράφων το εννοούσε ειρωνικά. (www.kathimerini.gr 09.09.2022)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free