διαφεύγω
Ορισμοί
- Απομακρύνομαι εντέχνως (από τόπο ή κατάσταση), χωρίς να γίνομαι αντιληπτός
- Καταφέρνω να αποφύγω (κάτι αρνητικό για μένα)
- Διαρρέω, διαχέομαι
-
αγνοούμαι, παραβλέπομαι figuratively
Ισοδύναμα
23 more languages
Българскиизбягвам
Deutschabkommenabschüttelnaus dem Weg gehendavonkommendurchkommenentfallen seinentgehenentkommenentweichenentwischenfortkommenfreikommenloseisennicht einfallensich absetzen vonsich entziehensich jmds. Verständnis entziehenUmgehenwegkommen
فارسیاجتناب کردن
Suomipaeta
Gàidhligthalla
ភាសាខ្មែរគេច
Nederlandsvermijden
Polskidać drapakadać dyladać nogędawać drapakadawać dyladawać nogęprzepuścićuchodzićwyciecwyciekaćwydostaćwydostawaćwydrzećwydzieraćwyrwaćwyrywaćwyszarpaćwyszarpywać
Românăeluda
Παραδείγματα
“※ Εχει όνομα, έχει πρόσωπο αλλά συνεχίζει να διαφεύγει: το ανθρωποκυνηγητό συνεχίζεται σήμερα για τη σύλληψη του Σερίφ Σεκάτ, του φερόμενου ως δράστη της φονικής επίθεσης στην χριστουγεννιάτικη αγορά του Στρασβούργου, η οποία θα παραμείνει κλειστή και σήμερα. (www.kathimerini.gr, 13.12.2018)”
“ο καταζητούμενος διέφυγε τη σύλληψη”
“※ Με τη μύτη ενός μαχαιριού κάνουμε μια μικρή τρύπα στο κέντρο για να διαφεύγει ο ατμός του ψησίματος. (www.kathimerini.gr, 21.07.2025)”
“※ Ξαναδιάβασα δις και τρις την επιστολή για να καταλάβω πώς μου διέφυγε το γεγονός ότι ο γράφων το εννοούσε ειρωνικά. (www.kathimerini.gr 09.09.2022)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free