HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of διαφεύγω | Babel Free

Verb CEFR B2

Ορισμοί

  1. Απομακρύνομαι εντέχνως (από τόπο ή κατάσταση), χωρίς να γίνομαι αντιληπτός
  2. Καταφέρνω να αποφύγω (κάτι αρνητικό για μένα)
  3. Διαρρέω, διαχέομαι
  4. αγνοούμαι, παραβλέπομαι
    figuratively

Ισοδύναμα

English escape

Παραδείγματα

“※ Εχει όνομα, έχει πρόσωπο αλλά συνεχίζει να διαφεύγει: το ανθρωποκυνηγητό συνεχίζεται σήμερα για τη σύλληψη του Σερίφ Σεκάτ, του φερόμενου ως δράστη της φονικής επίθεσης στην χριστουγεννιάτικη αγορά του Στρασβούργου, η οποία θα παραμείνει κλειστή και σήμερα. (www.kathimerini.gr, 13.12.2018)”
“ο καταζητούμενος διέφυγε τη σύλληψη”
“※ Με τη μύτη ενός μαχαιριού κάνουμε μια μικρή τρύπα στο κέντρο για να διαφεύγει ο ατμός του ψησίματος. (www.kathimerini.gr, 21.07.2025)”
“※ Ξαναδιάβασα δις και τρις την επιστολή για να καταλάβω πώς μου διέφυγε το γεγονός ότι ο γράφων το εννοούσε ειρωνικά. (www.kathimerini.gr 09.09.2022)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See διαφεύγω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course