Meaning of απότομος | Babel Free
/aˈpo.to.mos/Ορισμοί
- που έχει υπερβολικά μεγάλη κλίση ή/και παρουσιάζει επικινδυνότητα στην προσέγγιση ή διέλευσή του
- απόκρημνος
- ξαφνικός, απρόσμενος
- ορμητικός, βίαιος
-
αγροίκος, αγενής figuratively
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.