Meaning of κοφτός | Babel Free
/kofˈtos/Ορισμοί
- που έχει φτιαχτεί με κόψιμο
- που μοιάζει σαν του έχει αφαιρεθεί ένα κομμάτι
- που να έχει τα κατάλληλα αποτελέσματα πρέπει να του αφαιρεθεί ένα κομμάτι ή να του γίνει τομή
-
που γίνεται απότομα και γρήγορα figuratively
- σύντομος και απότομος, σχεδόν αγενής, που δεν αφήνει περιθώρια για αντιρρήσεις και παρερμηνείες
Ισοδύναμα
English
abrupt
Παραδείγματα
“κοφτό μακαρονάκι”
macaroni
“κοφτό κουταλάκι”
level spoonful
“κοφτή κίνηση”
abrupt movement
“κοφτή ματιά”
swift look
“κοφτή πλαγιά”
“κοφτό εργόχειρο, κοφτή βεντούζα”
“κοφτό χτύπημα, κοφτή πάσα”
“τα λόγια του ήταν κοφτά, δε σήκωνε αντιρρήσεις”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.