κοφτός
Ορισμοί
- που έχει φτιαχτεί με κόψιμο
- που μοιάζει σαν του έχει αφαιρεθεί ένα κομμάτι
- που να έχει τα κατάλληλα αποτελέσματα πρέπει να του αφαιρεθεί ένα κομμάτι ή να του γίνει τομή
-
που γίνεται απότομα και γρήγορα figuratively
- σύντομος και απότομος, σχεδόν αγενής, που δεν αφήνει περιθώρια για αντιρρήσεις και παρερμηνείες
Παραδείγματα
“κοφτό μακαρονάκι”
macaroni
“κοφτό κουταλάκι”
level spoonful
“κοφτή κίνηση”
abrupt movement
“κοφτή ματιά”
swift look
“κοφτή πλαγιά”
“κοφτό εργόχειρο, κοφτή βεντούζα”
“κοφτό χτύπημα, κοφτή πάσα”
“τα λόγια του ήταν κοφτά, δε σήκωνε αντιρρήσεις”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free