αμολάω
Ορισμοί
Ισοδύναμα
23 more languages
Italianosguinzagliare
Polskidać spokójdawać spokójluzowaćmachnąć rękąobluźniaćobluźnićobluzowaćobluzowywaćodprężaćodprężyćodpuścićodpuszczaćpoluzowaćpożegnaćpuścićpuszczaćrozluźniaćrozluźnićrozluzowaćrozpętaćrozpętywaćspuścićspuszczaćzluzowaćzluzowywać
Παραδείγματα
“Ποιός την αμόλησε 'δω μέσα και βρωμοκοπάει ο τόπος;”
“Μην αμολήσεις άλλη κοτσάνα, φτάνει για σήμερα.”
“Αμόλησαν τα σκυλιά και πήραν στο κυνήγι τους διαρρήκτες”
“Αμόλησαν τα ΜΑΤ”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free