Meaning of αμολάω | Babel Free
/a.moˈla.o/Ορισμοί
- αφήνω κάτι ελεύθερο, χαλαρό
- άθελά μου, για κάτι που κανονικά πρέπει να το συγκρατώ ή που ενοχλεί τους άλλους
- επιθετικά, γαι κάτι-κάποιον που πρέπει να είναι συγκρατημένος και να ελέγχεται
Παραδείγματα
“Ποιός την αμόλησε 'δω μέσα και βρωμοκοπάει ο τόπος;”
“Μην αμολήσεις άλλη κοτσάνα, φτάνει για σήμερα.”
“Αμόλησαν τα σκυλιά και πήραν στο κυνήγι τους διαρρήκτες”
“Αμόλησαν τα ΜΑΤ”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.