HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

αμολάω

Ρήμα CEFR B1
a.moˈla.o

Ορισμοί

  1. αφήνω κάτι ελεύθερο, χαλαρό
  2. άθελά μου, για κάτι που κανονικά πρέπει να το συγκρατώ ή που ενοχλεί τους άλλους
  3. επιθετικά, γαι κάτι-κάποιον που πρέπει να είναι συγκρατημένος και να ελέγχεται

Ισοδύναμα

23 more languages

Παραδείγματα

“Ποιός την αμόλησε 'δω μέσα και βρωμοκοπάει ο τόπος;”
Μην αμολήσεις άλλη κοτσάνα, φτάνει για σήμερα.”
“Αμόλησαν τα σκυλιά και πήραν στο κυνήγι τους διαρρήκτες”
“Αμόλησαν τα ΜΑΤ

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη αμολάω σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free