Σημασία του αμολάω | Babel Free
a.moˈla.oΟρισμοί
Ισοδύναμα
Italiano
sguinzagliare
Polski
dać spokój
dawać spokój
luzować
machnąć ręką
obluźniać
obluźnić
obluzować
obluzowywać
odprężać
odprężyć
odpuścić
odpuszczać
poluzować
pożegnać
puścić
puszczać
rozluźniać
rozluźnić
rozluzować
rozpętać
rozpętywać
spuścić
spuszczać
zluzować
zluzowywać
Παραδείγματα
“Ποιός την αμόλησε 'δω μέσα και βρωμοκοπάει ο τόπος;”
“Μην αμολήσεις άλλη κοτσάνα, φτάνει για σήμερα.”
“Αμόλησαν τα σκυλιά και πήραν στο κυνήγι τους διαρρήκτες”
“Αμόλησαν τα ΜΑΤ”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free