ωθώ
Ορισμοί
- σπρώχνω
-
σπρώχνω κάποιον, τον οδηγώ να κάνει μία ενέργεια figuratively
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of ωθώ.
Ισοδύναμα
35 more languages
Esperantopropulsi
Suomiaiheuttaajohdattaakuljettaaliikuttaamotivoidapainaapukatapuskeasinkauttaatöykkiätöytäistätuuppiatyöntäätyrkätätyrkkiävauhdittaa
Gaeilgespreag
עבריתדִּרְבֵּן
Magyarmotivál
Հայերենխթանել
Bahasa Indonesiamendorong
한국어...에 동기를 주다
Latviešudzīt
Românămotiva
Svenskamotivera
Українськамотивувати
中文激发
繁體中文激發
Παραδείγματα
“Άλλες πόρτες στις τράπεζες ωθούνται και άλλες "έλκονται" κι όλο μπερδεύομαι και κάνω το αντίθετο από αυτό που λέει η πινακίδα”
“Η διδασκαλία του με ώθησε να επιλέξω τη φυσική σαν αντικείμενο των σπουδών μου.”
“Με αυτά που γίνονται ωθούμαι στα άκρα”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free