Meaning of ωθώ | Babel Free
/oˈθo/Ορισμοί
- σπρώχνω
-
σπρώχνω κάποιον, τον οδηγώ να κάνει μία ενέργεια figuratively
Παραδείγματα
“Άλλες πόρτες στις τράπεζες ωθούνται και άλλες "έλκονται" κι όλο μπερδεύομαι και κάνω το αντίθετο από αυτό που λέει η πινακίδα”
“Η διδασκαλία του με ώθησε να επιλέξω τη φυσική σαν αντικείμενο των σπουδών μου.”
“Με αυτά που γίνονται ωθούμαι στα άκρα”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.