Meaning of σκουντάω | Babel Free
/skunˈda.o/Ορισμοί
- πιέζω ελαφρά κάποιον με το χέρι (ή το πόδι)
-
πιέζω, παροτρύνω figuratively
Ισοδύναμα
English
Nudge
Παραδείγματα
“※ Μ' έπιασε από τον ώμο και με σκούντησε δυνατά· ξύπνησα τρομαγμένος. (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.