HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← σκουντάω — definition

Conjugation of σκουντάω

Regular CEFR B2
skunˈda.o

πιέζω ελαφρά κάποιον με το χέρι (ή το πόδι) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σκουντάω
εσύ σκουντάς
αυτός / αυτή / αυτό σκουντάει
εμείς σκουντάμε
εσείς σκουντάτε
αυτοί / αυτές / αυτά σκουντάνε
Παρατατικός
εγώ σκουντούσα
εσύ σκουντούσες
αυτός / αυτή / αυτό σκουντούσε
εμείς σκουντούσαμε
εσείς σκουντούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά σκουντούσαν
Αόριστος
εγώ σκούντηξα
εσύ σκούντηξες
αυτός / αυτή / αυτό σκούντηξε
εμείς σκουντήξαμε
εσείς σκουντήξατε
αυτοί / αυτές / αυτά σκούντηξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σκουντήξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σκουντήξω
εσύ σκουντήξεις
αυτός / αυτή / αυτό σκουντήξει
εμείς σκουντήξουμε
εσείς σκουντήξετε
αυτοί / αυτές / αυτά σκουντήξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ σκούντα
εσείς σκουντάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σκούντηξε
εσείς σκουντήξτε
Απαρέμφατο αορίστου
σκουντήξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σκουντιέμαι
εσύ σκουντιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό σκουντιέται
εμείς σκουντιόμαστε
εσείς σκουντιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά σκουντιούνται
Παρατατικός
εγώ σκουντιόμουν
εσύ σκουντιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό σκουντιόταν
εμείς σκουντιόμασταν
εσείς σκουντιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά σκουντιόνταν
Αόριστος
εγώ σκουντήχτηκα
εσύ σκουντήχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό σκουντήχτηκε
εμείς σκουντηχτήκαμε
εσείς σκουντηχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά σκουντήχτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σκουντηχτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σκουντηχτώ
εσύ σκουντηχτείς
αυτός / αυτή / αυτό σκουντηχτεί
εμείς σκουντηχτούμε
εσείς σκουντηχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά σκουντηχτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς σκουντιέστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σκουντήξου
εσείς σκουντηχτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
σκουντηχτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary