HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ωθώ — definition

Conjugation of ωθώ

Regular CEFR C2
oˈθo

σπρώχνω κάποιον, τον οδηγώ να κάνει μία ενέργεια Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ωθώ
εσύ ωθείς
αυτός / αυτή / αυτό ωθεί
εμείς ωθούμε
εσείς ωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ωθούν
Παρατατικός
εγώ ωθούσα
εσύ ωθούσες
αυτός / αυτή / αυτό ωθούσε
εμείς ωθούσαμε
εσείς ωθούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ωθούσαν
Αόριστος
εγώ ώθησα
εσύ ώθησες
αυτός / αυτή / αυτό ώθησε
εμείς ωθήσαμε
εσείς ωθήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ώθησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ωθήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ωθήσω
εσύ ωθήσεις
αυτός / αυτή / αυτό ωθήσει
εμείς ωθήσουμε
εσείς ωθήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ωθήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ωθείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ώθησε
εσείς ωθήστε
Απαρέμφατο αορίστου
ωθήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ωθούμαι
εσύ ωθείσαι
αυτός / αυτή / αυτό ωθείται
εμείς ωθούμαστε
εσείς ωθείστε
αυτοί / αυτές / αυτά ωθούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό ωθούνταν
εμείς ωθούμασταν
εσείς [ωθούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά ωθούνταν
Αόριστος
εγώ ωθήθηκα
εσύ ωθήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό ωθήθηκε
εμείς ωθηθήκαμε
εσείς ωθηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ωθήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ωθηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ωθηθώ
εσύ ωθηθείς
αυτός / αυτή / αυτό ωθηθεί
εμείς ωθηθούμε
εσείς ωθηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ωθηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ωθείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ωθήσου
εσείς ωθηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ωθηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary