Meaning of τείνω | Babel Free
/ˈti.no/Ορισμοί
- απλώνω, τεντώνω
- έχω την τάση· για φαινόμενα που βαθμιαία εξελίσσονται προς μία ορισμένη κατεύθυνση
- κλίνω προς κάτι, όπως μία άποψη
- αποβλέπω, αποσκοπώ σε κάτι
- έχω ως όριο, προσεγγίζω προς μια ορισμένη τιμή χωρίς να την φτάνω
Παραδείγματα
“Όταν το x τείνει προς το 0, τότε το 1/x τείνει προς το άπειρο.”
As x approaches 0, 1/x tends to infinity.
“Τείνω να τον πιστέψω.”
I tend to believe him.
“του έτεινε το χέρι σε μια προσπάθεια συμφιλίωσης”
“αυτή η συνήθεια τείνει να γίνει μόδα”
“Τι λες για τις δικαιολογίες του Νίκου; - Τείνω να τον πιστέψω”
“Οι προσπάθειές μου έτειναν να τον πείσουν να…”
“όταν το x τείνει προς το 0, τότε το 1/|x| τείνει προς το συν άπειρο”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.