HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← τείνω — definition

Conjugation of τείνω

Regular CEFR C2
ˈti.no

έχω την τάση· για φαινόμενα που βαθμιαία εξελίσσονται προς μία ορισμένη κατεύθυνση Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τείνω
εσύ τείνεις
αυτός / αυτή / αυτό τείνει
εμείς τείνουμε
εσείς τείνετε
αυτοί / αυτές / αυτά τείνουν
Παρατατικός
εγώ έτεινα
εσύ έτεινες
αυτός / αυτή / αυτό έτεινε
εμείς τείναμε
εσείς τείνατε
αυτοί / αυτές / αυτά έτειναν
Αόριστος
εγώ έτεινα
εσύ έτεινες
αυτός / αυτή / αυτό έτεινε
εμείς τείναμε
εσείς τείνατε
αυτοί / αυτές / αυτά έτειναν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τείνω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τείνω
εσύ τείνεις
αυτός / αυτή / αυτό τείνει
εμείς τείνουμε
εσείς τείνετε
αυτοί / αυτές / αυτά τείνουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ τείνε
εσείς τείνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τείνε
εσείς τείνετε
Απαρέμφατο αορίστου
τείνει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τείνομαι
εσύ τείνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό τείνεται
εμείς τεινόμαστε
εσείς τείνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά τείνονται
Παρατατικός
εγώ τεινόμουν
εσύ τεινόσουν
αυτός / αυτή / αυτό τεινόταν
εμείς τεινόμασταν
εσείς τεινόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά τείνονταν
Αόριστος
εγώ τάθηκα
εσύ τάθηκες
αυτός / αυτή / αυτό τάθηκε
εμείς ταθήκαμε
εσείς ταθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά τάθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ταθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ταθώ
εσύ ταθείς
αυτός / αυτή / αυτό ταθεί
εμείς ταθούμε
εσείς ταθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ταθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς τείνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς ταθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ταθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary